Η υδατοκαλλιέργεια είναι ένας από τους ταχύτερα αναπτυσσόμενους κλάδους της πρωτογενούς παραγωγής της χώρας, λαμβάνοντας υπόψη το συγκριτικό πλεονέκτημα που προέρχεται από το διαθέσιμο θαλάσσιο πλούτο. Σύμφωνα με τον ορισμό του Παγκόσμιου Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας (FAO), υδατοκαλλιέργεια είναι: “η καλλιέργεια υδρόβιων οργανισμών σε ηπειρωτικές ή παράκτιες περιοχές η οποία περιλαμβάνει παρεμβάσεις στη διαδικασία της αύξησης και της εκκόλαψης προκειμένου να βελτιωθεί η παραγωγή και η ατομική ή συνεταιριστική ιδιοκτησία του καλλιεργούμενου αποθέματος”.

Στις εγκαταστάσεις υδατοκαλλιέργειας προτεραιότητα αποτελούν ο εφοδιασμός και η εκτροφή γόνου και στη συνέχεια η διατήρηση, ανάπτυξη και πολλαπλασιασμός συγκεκριμένων ειδών ψαριών, μεγάλης διατροφικής και κατ΄ επέκταση οικονομικής αξίας. Πλέον λειτουργεί συμπληρωματικά, ενισχυτικά ή και σε αντικατάσταση του ρόλου της αλιείας σε πολλές περιοχές της χώρας ενώ, ταυτόχρονα, αποτελεί εφαλτήριο για την εξερεύνηση της θαλάσσιας βιοποικιλότητας.

Στην Ευρώπη, η υδατοκαλλιέργεια αντιπροσωπεύει το 20% σχεδόν της ιχθυοπαραγωγής και απασχολεί άμεσα περίπου 85.000 άτομα. Ο κλάδος αποτελείται κυρίως από μικρές και μεσαίες, ή πολύ μικρές επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε παράκτιες και αγροτικές περιοχές.Την τελευταία 30ετία στην Ελλάδα έχουν αναδειχθεί οι ιχθυοκαλλιέργειες θαλασσινών μεσογειακών ειδών (κυρίως τσιπούρας και λαβρακίου). Η υδατοκαλλιέργεια των εσωτερικών νερών, δηλαδή σε ποτάμια και λίμνες, έχει αναπτυχθεί κυρίως στην Ήπειρο και τη Δυτική Μακεδονία. Η παραδοσιακή εκτατική υδατοκαλλιέργεια στις λιμνοθάλασσες αποτελεί μια ακόμη σημαντική δραστηριότητα με ιδιαίτερες οικονομικές και κοινωνικές διαστάσεις.