Το γάλα είναι θρεπτικό υγρό που αποτελεί βιολογικό έκκριμα των μαστών των θηλαστικών, συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπινου είδους, που προορίζεται για τη διατροφή των νεογνών τους. Αποτελείται από 83-87% νερό, 3,5% πρωτεΐνες (καζεΐνη, γαλακτοαλβουμίνη), γαλακτοσάκχαρο 4,8% και λίπος 3,6% και περιέχει πλήθος βιταμινών και στοιχείων όπως ασβέστιο, φώσφορο (που αποτελούν δομικά υλικά για το σκελετό), κάλιο, βιταμίνες Α, D, βιταμίνες του συμπλέγματος Β. Προέρχεται από αρκετά ζώα, πχ αγελάδα, κατσίκα, πρόβατο, άλογο, καμήλα, βουβάλι, γάιδαρος κ.ά. και χωρίζεται σε διάφορους τύπους ανάλογα με τα ακόλουθα κριτήρια: γεύση, ενίσχυση, επεξεργασία, μέθοδο εκτροφής ή παραγωγής, προέλευση (ζωικής/φυτικής), σύνθεση, συντήρηση, συσκευασία και σύσταση.γάλα

Οι άνθρωποι αρχικά έμαθαν να καταναλώνουν τακτικά γάλα από άλλα θηλαστικά μετά την εξημέρωση των ζώων κατά τη νεολιθική επανάσταση ή την ανάπτυξη της γεωργίας. Η εξέλιξη αυτή εμφανίστηκε ανεξάρτητα σε διάφορα μέρη του κόσμου από το 9000-7000 π.Χ. στη Μεσοποταμία έως το 3500-3000 π.Χ. στην Αμερική. Από τη Νοτιοδυτική Ασία, τα εγχώρια γαλακτοφόρα ζώα εξαπλώθηκαν στην Ευρώπη (αρχίζοντας γύρω στο 7000 π.Χ., αλλά χωρίς να φτάσουν στη Βρετανία και τη Σκανδιναβία μέχρι το 4000 π.Χ.) και τη Νότια Ασία (7000-5500 π.Χ.). Οι ποιμενικές νομαδικές οικονομίες, οι οποίες βασίζονται κυρίως ή αποκλειστικά στα κατοικίδια ζώα και τα προϊόντα τους και όχι στην καλλιέργεια, αναπτύχθηκαν καθώς οι Ευρωπαίοι αγρότες μεταφέρθηκαν στη στέππα της περιοχής Πόντου-Κασπίας την τέταρτη χιλιετία π.Χ. και στη συνέχεια εξαπλώθηκαν σε μεγάλο μέρος της στέππας της Ευρασίας. Τα πρόβατα και οι αίγες εισήχθησαν στην Αφρική από τη Νοτιοδυτική Ασία, αλλά τα αφρικανικά βοοειδή ενδέχεται να έχουν εξημερωθεί ανεξάρτητα γύρω από το 7000-6000 π.Χ.. Οι καμήλες, εξημερωμένες στην κεντρική Αραβία την τέταρτη χιλιετία π.Χ., έχουν επίσης χρησιμοποιηθεί ως γαλακτοφόρα ζώα στη Βόρεια Αφρική και την Αραβική Χερσόνησο ενώ στον υπόλοιπο κόσμο (π.χ. Ανατολική και Νοτιοανατολική Ασία, Αμερική και Αυστραλία) το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα δεν αποτελούσαν ιστορικά σημαντικό μέρος της διατροφής. Η αύξηση του αστικού πληθυσμού, σε συνδυασμό με την επέκταση του σιδηροδρομικού δικτύου στα μέσα του 19ου αιώνα, προκάλεσε επανάσταση στην παραγωγή και την προμήθεια γάλακτος. Το εμπόριο γάλακτος αυξήθηκε αργά τη δεκαετία του 1860, αλλά πέρασε μια περίοδο εκτεταμένων, διαρθρωτικών αλλαγών στη δεκαετία του 1870 και του 1880.Η αστική ζήτηση άρχισε να αυξάνεται καθώς η αγοραστική δύναμη των καταναλωτών αυξήθηκε και το γάλα θεωρήθηκε απαραίτητο καθημερινό εμπόρευμα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ινδία, η Κίνα και η Βραζιλία είναι οι μεγαλύτεροι εξαγωγείς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων στον κόσμο, ενώ, μέχρι το 2016, η Κίνα και η Ρωσία ήταν οι μεγαλύτεροι εισαγωγείς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων παγκοσμίως ενώ πλέον είναι αυτάρκεις, με αποτέλεσμα να υπάρχει μια κατάσταση υπερπαραγωγής γάλακτος σε αρκετές χώρες στις οποίες πλέον εφαρμόζονται προγράμματα περιορισμού παραγωγής.

Γαλακτοκομικά προϊόντα ονομάζονται τα προϊόντα που παράγονται από γάλα, όπως το βούτυρο, το τυρί, το γιαούρτι και το παγωτό. Το γιαούρτι περιέχει όλα τα θρεπτικά συστατικά του γάλακτος και μπορεί να αποτελέσει ένα πλήρες  γεύμα, υψηλής θρεπτικής αξίας, με χαμηλό θερμιδικό περιεχόμενο, καθώς είναι πλούσιο σε πρωτεΐνες υψηλής βιολογικής αξίας, σε βιταμίνη Α και βιταμίνη D. Το τυρί έχει τεράστια θρεπτική αξία, καθώς είναι πλούσιο σε πρωτεΐνες, ασβέστιο, βιταμίνη Α και D, βιταμίνη του συμπλέγματος Β και φώσφορο.