Τα αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά είναι γνωστά για τις ευεργετικές τους ιδιότητες από την εποχή Ασσυρίων και Σουμερίων ενώ στην αρχαία Ελλάδα η χρήση τέτοιων φυτών ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη καθώς υπάρχουν γραπτές αναφορές σε αρκετά κείμενα, πχ τα βότανα που αναφέρονται στο σύνολο της Ιπποκρατικής Συλλογής είναι 248. ΑρωματικάΣτα χρόνια της αναγέννησης το εμπόριο των μπαχαρικών ήταν ο λόγος της εξερεύνησης του κόσμου ενώ στις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται μια μεταστροφή από την εκτεταμένη βιομηχανική χρήση συνθετικών υλικών στην αξιοποίηση ουσιών φυτικής προέλευσης. Τα αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά μπορούν να αξιοποιηθούν είτε ως νωπή/ξηρή δρόγη είτε ως αιθέριο έλαιο στη βιομηχανία παρασκευής ροφημάτων, στη βιομηχανία τροφίμων και ποτών, στη ζαχαροπλαστική, στη μαγειρική, στη φαρμακευτική, στη βιομηχανία καλλυντικών και την αρωματοποιία κ.α.. Μπορούν να πολλαπλασιαστούν με τους ακόλουθους τρόπους: σπόροι, μοσχεύματα, παραφυάδες, βολβοί, ριζώματα, στόλωνες, σπορόφυτα και παραφυάδες. Τα κυριότερα στοιχεία κόστους στην καλλιέργεια αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών είναι καταρχήν το πολλαπλασιαστικό υλικό, η αντιμετώπιση των ζιζανίων, η συλλογή και αποξήρανση του προϊόντος και η απόσταξη σε αιθέρια έλαια.

Τα αιθέρια έλαια έχουν ένα ιδιαίτερο ρόλο στη γεωργία δεδομένου ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να έλκουν έντομα, ως παρασιτοκτόνα, ως ζωοτροφή κ.α. ενώ η ποιότητά τους εξαρτάται από τις καλλιεργητικές τεχνικές, την τοποθεσία και το μικροκλίμα της φυτείας, το τμήμα του φυτού που θα αξιοποιηθεί, την ωριμότητα του φυτού και το χρόνο συλλογής του.

Στην ελληνική χλωρίδα συναντώνται περίπου εκατό βασικά είδη με γνωστότερα τα ακόλουθα: χαμομήλι, μαντζουράνα, θυμάρι, δίκταμος, φασκόμηλο, τσάι του βουνού, μέντα, ρίγανη, δάφνη, δενδρολίβανο, μελισσόχορτο, μάραθος, βασιλικός, τριανταφυλλιά,  γλυκάνισος κ.α.. Αν και υπάρχει πλούσια ποικιλία, η καλλιέργειά τους είναι προβληματική λόγω ελλιπών δεδομένων, έλλειψης καθετοποίησης, διάστασης καλλιέργειας και μεταποίησης, υποτίμησης οικονομικών στοιχείων καλλιέργειας και συνθηκών παραγωγής, έλλειψης συγκροτημένης πολιτικής, απουσίας οργανωμένων φορέων επεξεργασίας – τυποποίησης – διάθεσης, προτίμησης υπέρ αλόγιστης και μηδαμινού κόστους συλλογής αυτοφυών και υψηλού εργατικού κόστους λόγω μικρής προσφοράς εργασίας.